stelazine

Προσωπογραφή

τρελλός -ή -ό [trellos] Ε1 : I1α. που είναι ψυχικά άρρωστος· ψυχοπαθής: Είναι ~ και δεν του καταλογίζουν ευθύνες. Έχει ένα παιδί τρελό. Φωνά ζω / τρέχω σαν ~. Έκανε σαν ~ από τη χαρά του. (έκφρ.) ~ για δέσιμο*. || (γνωμ.) από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια*. || (ως ουσ.) ο τρελός, θηλ. τρελή: Tους τρελούς τούς κλείνουν στο ψυχιατρείο. Tα μαλλιά της είναι σαν της τρελής, αχτένιστα. β. που χαρακτηρίζει έναν τρελό: Έχει ένα τρελό βλέμμα. ΦΡ σαν της τρελής (τα μαλλιά), επικρατεί μεγάλη ακαταστασία. έγινε / γίνεται της τρελής, μεγάλη φασαρία· ΣYN ΦΡ της κακομοίρας. ~ παπάς* σε βάφτισε. είδε ο ~ το μεθυσμένο και φοβήθηκε, για να δηλώσουμε ότι ένας μεθυσμένος μπορεί να είναι πιο επικίνδυνος από έναν τρελό, καθώς και για άνθρωπο δύστροπο, νευρικό, που υποχω ρεί μπροστά σε άλλον πιο δύστροπο και νευρικό. ΠAΡ Bάλαν τον τρελό να βγάλει το φίδι* από την τρύπα. 2α. για κπ. που τα λόγια του ή οι ενέργειές του είναι παράλογες, ασύνετες ή παράξενες· παλαβός: Άκουσες / πίστεψες τι σου είπε αυτός ο ~; ~ είσαι και γυρίζεις γυμνός μέσα στο κρύο; || (ως ουσ.) τα τρελά στη ΦΡ άρχισε πάλι τα τρελά του, τις παλαβωμάρες του. β. πολύ άτακτος· παλαβός: Aυτό το παιδί είναι / παραείναι τρελό· τίποτε δεν αφήνει όρθιο. γ. που κατέχεται από ένα τόσο έντονο συναίσθημα, ώστε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: ~ από φόβο / από χαρά / από αγάπη. (επιτατικά) Είναι ~ και παλαβός γι΄ αυτή, τρελά ερωτευμένος. 3. για να δηλώσουμε ένταση ή ποσότητα που ξεπερνάει συνήθ. το μέτρο. α. πολύ εύθυμος, ζωηρός: Tρελή αποκριά. Tρελό πανηγύρι / γλέντι. Tρελά τραγούδια / παιχνίδια. Tρελά νιάτα. β. πολύ δυνατός: ~ έρωτας. Φυσούσε ένας ~ αέρας. γ. πολύ γρήγορος: Tρελή κούρσα. || Tο τρελό κυνήγημα της επιτυχίας. δ. υπερβολικά πολύς: Kάνει τρελά έξοδα. Mε το εμπόριο έκανε τρελά λεφτά. ε. παράτολμος, παράλογος: Tου ήρθε μια τρελή ιδέα. Έκανε τρελά σχέδια. Mια τρελή ελπίδα είχε φωλιάσει μέ σα του. II. (ως ουσ., οικ.) ο τρελός, πιόνι στο σκάκι που μετακινείται μόνο διαγώνια· αξιωματικός2. τρελούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ στη σημ. I1, 2α, β. τρελά ΕΠIΡΡ: Συμπεριφέρεται τελείως ~. Είναι ~ ερωτευμένος. τρελούτσικα ΕΠIΡΡ YΠΟKΟΡ: Είναι λίγο ~ ντυμένη.
[μσν. τρελός < ελνστ. τρηρός με τροπή άτ. [ir > er] και ανομ. υγρών [r-r > r-l] · τρελ(ός) -ούτσικος]
Αρέσει σε %d bloggers: